Με βάση τα αναλυτικά στοιχεία της έκθεσης Business Ready (B-READY) 2025 της Παγκόσμιας Τράπεζας, η Ελλάδα παρουσιάζει μια εικόνα έντονων αντιθέσεων, όπου υστερεί κυρίως στη μετατροπή των νόμων σε αποτελεσματική εφαρμογή (Επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα-Operational Efficiency). Η ψηφιακή πρόοδος στην έναρξη των επιχειρήσεων έρχεται σε σκληρή σύγκρουση με δομικές αδυναμίες στη διαχείριση της ακίνητης περιουσίας, τη φορολογική διοίκηση και τις διαδικασίες πτώχευσης.
Το ζήτημα με την επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα, όπως το αναδεικνύει και η εν λόγω έκθεση, δεν είναι αν έχουμε «μοντέρνους» νόμους στο χαρτί, αλλά το αν αυτοί οι νόμοι μπορούν να κάνουν τη ζωή μας πιο εύκολη ή αν μένουν απλώς μια άσκηση επί χάρτου για να «τικάρουμε κουτάκια» (click the box) σε διεθνείς λίστες αξιολόγησης. Ενώ στην Ίδρυση Επιχείρησης η χώρα αγγίζει το τέλειο με βαθμολογία 99,00 στα 100 στην αποδοτικότητα, με ελάχιστες ημέρες για την ολοκλήρωση της διαδικασίας, η ίδια ταχύτητα δεν συναντάται σε κανένα άλλο στάδιο του επιχειρηματικού κύκλου.
Φαίνεται πως παραμένουμε μια χώρα των άκρων: από τη μία, μπορείς να ανοίξεις μια επιχείρηση σχεδόν «με ένα κλικ» σε 9 μόλις ημέρες, πετυχαίνοντας μια παγκόσμιας κλάσης επίδοση στην ψηφιακή εκκίνηση, αλλά από την άλλη, αν χρειαστεί να μεταβιβάσεις ένα ακίνητο για να στεγάσεις αυτή την επιχείρηση, μπαίνεις σε έναν λαβύρινθο 90 ημερών με ένα κόστος που ζαλίζει, φτάνοντας το 591% του κατά κεφαλήν εισοδήματος. Εδώ ακριβώς φαίνεται η «ψηφιακή Ελλάδα», να πέφτει πάνω στον τοίχο της παλιάς, δυσκίνητης διοίκησης που σε τιμωρεί με χρόνο και χρήμα. Η μεγαλύτερη πρόκληση εντοπίζεται στον δείκτη της Χωροθέτησης Επιχειρήσεων (Business Location), όπου παρά τη σχετικά καλή βαθμολογία στο ρυθμιστικό πλαίσιο (77,88 στα 100), οι δημόσιες υπηρεσίες βαθμολογούνται με μόλις 46,70 στα 100. Παράλληλα, η έκδοση οικοδομικής άδειας διαρκεί 150 ημέρες με κόστος 304% του GNI per capita, ενώ η έλλειψη ψηφιακών πλατφορμών για την υποβολή ενστάσεων σε περιβαλλοντικές αδειοδοτήσεις και η απουσία εξωδικαστικών μηχανισμών επίλυσης διαφορών επιβαρύνουν περαιτέρω την κατάσταση.
Το μεγάλο πρόβλημα λοιπόν είναι η απόσταση ανάμεσα σε αυτό που λέει ο νόμος και σε αυτό που τελικά εισπράττει ο πολίτης στην καθημερινότητά του. Στην Ελλάδα, το ρυθμιστικό μας πλαίσιο βαθμολογείται ψηλά (πάνω από 76 στα 100), όμως οι δημόσιες υπηρεσίες που υποτίθεται ότι το στηρίζουν πέφτουν στο 65 στα 100.
Ακόμα και στον τομέα των δικαστηρίων και των πτωχεύσεων, η υστέρηση είναι κραυγαλέα· η έλλειψη ηλεκτρονικών συστημάτων διαχείρισης κάνει την «έξοδο» από την αγορά μια ατέρμονη διαδικασία, εγκλωβίζοντας κεφάλαια και ανθρώπους σε στασιμότητα και δυσκινησία. Στον τομέα της Πτώχευσης Επιχειρήσεων (Business Insolvency), η Ελλάδα καταγράφει μία από τις χαμηλότερες επιδόσεις της, κυρίως λόγω της αποτυχίας εφαρμογής ηλεκτρονικών συστημάτων διαχείρισης υποθέσεων στις διαδικασίες αφερεγγυότητας. Η υστέρηση αυτή συμπληρώνεται από τον δείκτη της Φορολογίας (Taxation), όπου παρόλο που η χώρα έχει προχωρήσει σε ψηφιακές πληρωμές, αποτυγχάνει να παρακολουθήσει την αντίληψη των φορολογουμένων για τις παρεχόμενες υπηρεσίες και τα προϊόντα της φορολογικής διοίκησης, στερούμενη έτσι πολύτιμης ανατροφοδότησης για τη βελτίωση του συστήματος. Με μια μέτρια βαθμολογία 69/100 στις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, η χώρα διαθέτει μεν το ρυθμιστικό πλαίσιο, όμως η απουσία κρίσιμων δημόσιων υποδομών, όπως τα ψηφιακά μητρώα εγγυήσεων και τα πλήρως λειτουργικά πιστωτικά γραφεία, καθιστά την πρόσβαση σε δάνεια ακατόρθωτη για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Η κατάσταση επιδεινώνεται στις δημόσιες συμβάσεις, όπου η ελλιπής ψηφιοποίηση και οι χρόνιες καθυστερήσεις στις πληρωμές από το κράτος «στραγγαλίζουν» τη ρευστότητα. Οι καθυστερήσεις στις πληρωμές των συμβάσεων δείχνουν ένα Δημόσιο που λειτουργεί μονόπλευρα: απαιτεί απόλυτη συνέπεια από την επιχείρηση, αλλά το ίδιο παραμένει αργό, κοστοβόρο και γραφειοκρατικό στην παροχή των δικών του υποχρεώσεων προς την αγορά.
Ακόμα μια αντίθεση φαίνεται στο ότι η Ελλάδα είναι εξαιρετική στο να διακινεί προϊόντα (Διεθνές Εμπόριο), αλλά υστερεί στο να προστατεύει και να προωθεί τον υγιή ανταγωνισμό στο εσωτερικό της. Ο ανταγωνισμός στην Ελλάδα υποφέρει από στρεβλώσεις που ευνοούν τους μεγάλους παίκτες ή διατηρούν κλειστά επαγγέλματα και αγορές.
Ακόμα και σε τομείς όπου η Ελλάδα παραδοσιακά εμφανίζεται ισχυρή, όπως οι Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας (Utility Services), υπάρχουν σημεία που απαιτούν προσοχή για να μην μετατραπούν σε εμπόδια. Ενώ η σύνδεση με το διαδίκτυο ολοκληρώνεται σε 10 ημέρες, η σύνδεση με το δίκτυο ηλεκτροδότησης απαιτεί 35 ημέρες και με το δίκτυο ύδρευσης 30 ημέρες. Παρόλο που το 97% των επιχειρήσεων δεν αντιμετωπίζει προβλήματα επάρκειας νερού, η επιχειρησιακή αποδοτικότητα στον τομέα αυτό βαθμολογείται με 63,38 στα 100, υποδεικνύοντας ότι υπάρχει ακόμη περιθώριο για μείωση των γραφειοκρατικών χρόνων αναμονής.
Η Ελλάδα έχει υψηλό ποσοστό (76,80/100) στις θεσμικές εγγυήσεις για τις συνθήκες εργασίας, με πλήρη κάλυψη σε θέματα ίσης αμοιβής, απαγόρευσης διακρίσεων και συλλογικών διαπραγματεύσεων. Ωστόσο, όταν περνάμε στην Επιχειρησιακή Αποδοτικότητα, η βαθμολογία κατακρημνίζεται στο απογοητευτικό 34,00/100. Αυτή η κατάρρευση οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι το σύστημα είναι δομημένο με τρόπο που δημιουργεί υψηλά κόστη και αγκυλώσεις. Οι ασφαλιστικές εισφορέςαποτελούν ένα τεράστιο βάρος, ενώ οι επιχειρήσεις θεωρούν τους εργασιακούς κανονισμούς ως ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια στην ανάπτυξή τους.
H Ελλάδα υστερεί δραματικά σε δύο κρίσιμα σημεία: στις εργασιακές διαφορές και στην εκπαίδευση. Παρόλο που υπάρχουν μηχανισμοί επίλυσης, η διαδικασία είναι αργή και κοστοβόρα, με αποτέλεσμα οι επιχειρήσεις να παραμένουν εγκλωβισμένες σε δικαστικές διαμάχες για μήνες. Το ποσοστό των ελληνικών επιχειρήσεων που προσφέρουν επίσημα, ενδοεπιχειρησιακή κατάρτιση, προγράμματα εκπαίδευσης στους μόνιμους υπαλλήλους τους είναι απελπιστικά χαμηλό (βαθμολογία μόλις 0,33/16,67), γεγονός που υπονομεύει το μέλλον της εργασίας και την ικανότητα των εργαζομένων να προσαρμοστούν στις νέες τεχνολογικές απαιτήσεις.
Αν δεν κλείσουμε αυτή την ψαλίδα ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη, αν δεν κάνουμε τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, τη φορολογική διοίκηση και τη δικαιοσύνη να λειτουργούν με την ίδια ταχύτητα που ανοίγει μια εταιρεία, τότε η ψηφιοποίηση θα παραμείνει ένα σύνθημα χωρίς αντίκρισμα.
Δρ. Βενετία Κουσία
Γενική Διευθύντρια
Συμβούλιο Ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας
Το παραπάνω άρθρο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα thetotalbusiness.com


Πρόγραμμα & Εκδηλώσεις
Γίνετε Μέλος στο Συμβούλιο
Η Φωνή μας
Επικοινωνήστε μαζί μας